Προβολή Διαδρομής

3η Διαδρομή - Απόζαρι

1. Άγιος Γεώργιος Πολιτείας

Τρίκλιτη βασιλική, με νάρθηκα από τη βόρεια πλευρά. Βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τον Άγιο Στέφανο. Η πρώτη φάση οικοδόμησης του ναού πραγματοποιήθηκε τον 11ο αιώνα και αφορά μόνο μικρό τμήμα του ανατολικού τοίχου. Ακολουθούν και άλλες φάσεις οικοδόμησης, από τις οποίες η πιο ενδιαφέρουσα είναι αυτή του 19ου αιώνα. Ανακαίνιση του ναού φαίνεται να πραγματοποιήθηκε επί τουρκοκρατίας, διατηρώντας την πάλαια αψίδα του ιερού. Την περίοδο εκείνη ο ναός επεκτείνεται αισθητά και διακοσμείται εσωτερικά κατά τα πρότυπα των αρχοντικών. Η οροφή του είναι θολωτή, στηρίζεται σε ξύλινους κίονες και στεγάζει την αγία τράπεζα. Εδώ, το 1083, όταν ο Αλέξιος ο 1ος νίκησε τους Νορμανδούς, έγινε συνθηκολόγηση του στρατηγού Παλαιολόγο τον 3ο με το Βρυέννιο και συγκεντρώθηκαν όσοι από τους νορμανδούς προσχώρησαν στον βυζαντινό στρατό. Σύμφωνα με ένα χειρόγραφο του Γραμματικού Παπαμάντζαρη την εποχή της πρώτης αρχιερατείας του Νικηφόρου (1841) ο Άγιος Γεώργιος της Πολιτείας λειτουργούσε ως μητροπολιτικός ναός. Μετά το 1843 ως μητροπολιτικός ναός λειτουργούσε ο Άγιος Θωμάς και μετά το 1851, ο σημερινός της Κοίμησης της Θεοτόκου. Σύμφωνα πάλι με την ίδια πηγή στο ναό αυτό γίνονταν τελετές γάμων και κηδειών των αρχόντων της πόλης.

2. Άγιος Στέφανος

Στο ύψωμα ανάμεσα στις δύο παραδοσιακές συνοικίες της Καστοριάς με τα αρχοντικά σπίτια, το Απόζαρι και το Ντολτσό, δεσπόζει ένα από τα παλαιότερα εκκλησιαστικά μνημεία των Βαλκανίων, ο βυζαντινός ναός του Αγίου Στεφάνου.

Πρόκειται για μικρή, τρίκλιτη, θολοσκέπαστη βασιλική, που φαίνεται ότι κτίστηκε γύρω στα μέσα του 9ου αιώνα. Τα κλίτη της χωρίζονται με πεσσούς (τετράγωνης διατομής κίονες) και καλύπτονται με ημικυλινδρικές καμάρες. Το μεσαίο είναι ιδιαίτερα υπερυψωμένο και έχει παράθυρα, σαν φωταγωγός, στοιχείο που χαρακτηρίζει τις μεσοβυζαντινές βασιλικές της Καστοριάς. Στα ανατολικά, στην κόγχη, σώζεται υποτυπώδες σύνθρονο με τον θρόνο του επισκόπου, το μοναδικό στην Καστοριά. Στα δυτικά υπάρχει διώροφος νάρθηκας, με κλίμακα που οδηγεί στον δεύτερο όροφο, στον γυναικωνίτη, μέσα στον οποίο διαμορφώνεται μικρό παρεκκλήσιο της Αγίας Άννας, το λεγόμενο ασκηταριό, στοιχείο που επίσης συναντάται μόνο στον ναό αυτό. Η στοά στη βόρεια και δυτική πλευρά του κτηρίου είναι προσθήκη του 20ού αιώνα.

Η τοιχοποιία του ναού είναι η χαρακτηριστική των μνημείων της Καστοριάς. Αποτελείται από πέτρες στο φυσικό τους σχήμα ή αδρά πελεκημένες, που περιβάλλονται από κονίαμα, πλαισιώνονται με πλίνθους οριζόντια ή κάθετα, και εναλλάσσονται με συνθέσεις πλίνθων που σχηματίζουν διακοσμητικά γράμματα ή γεωμετρικά σχήματα.

Ο ναός είναι διακοσμημένος με τοιχογραφίες που διακρίνονται σε τρεις διαφορετικές περιόδους. Στην πρώτη, που χρονολογείται στα τέλη του 9ου - αρχές του 10ου αιώνα, ανήκουν οι τοιχογραφίες στο ισόγειο του ναού και του νάρθηκα, καθώς και σε ορισμένα τμήματα του γυναικωνίτη. Ξεχωριστή θέση ανάμεσά τους καταλαμβάνουν οι σκηνές της Δευτέρας Παρουσίας στον νάρθηκα. Από τη δεύτερη περίοδο διατηρούνται κυρίως οι τοιχογραφίες στον ψηλό φωταγωγό, οι οποίες σύμφωνα με την τεχνοτροπία τους θα μπορούσαν να χρονολογηθούν στα τέλη του 12ου αιώνα και στις αρχές του 13ου αιώνα. Στην τρίτη περίοδο (τέλη του 13ου –αρχές 14ου αιώνα) εντάσσονται οι πολυάριθμες αναθηματικές τοιχογραφημένες εικόνες, που αποτελούν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ναού. Από αυτές ξεχωρίζει η προσωπογραφία στον νάρθηκα του ιερέα Θεόδωρου Λημνιώτη που προσφέρει ομοίωμα του ναού στον άγιο Στέφανο.

3. Άγιοι Ανάργυροι

Κοντά στη συνοικία του Απόζαρι, στην απότομη πλαγιά της βόρειας πλευράς της Καστοριάς, υψώνεται ο επιβλητικός ναός των Αγίων Αναργύρων, μία από τις μεγαλύτερες και παλαιότερες βυζαντινές εκκλησίες της πόλης, που ξεχωριζει για τον μοναδικό της διάκοσμο.

Κτίστηκε πιθανώς στις αρχές του 11ου αιώνα, την εποχή, δηλαδή, που η Καστοριά ήταν ακόμη στην κατοχή των Βουλγάρων. Για την ιστορία του ναού πληροφορίες μάς παρέχουν οι επιγραφές που αναφέρονται στα πρόσωπα των κτητόρων και στη χρονολογία ανακαίνισής του. Σύμφωνα με αυτές, ο Θεόδωρος Λημνιώτης και η σύζυγός του Άννα Ραδηνή ανακαίνισαν τον ναό, ο οποίος με το πέρασμα του χρόνου είχε υποστεί φθορές, τον αφιέρωσαν στους αγίους Αναργύρους για τη σωματική και ψυχική υγεία και σωτηρία των ίδιων και του παιδιού τους, και χρηματοδότησαν τη νέα αγιογράφησή του.

Ο ναός είναι τρίκλιτη θολοσκέπαστη βασιλική με νάρθηκα στη δυτική πλευρά. Τα κλίτη χωρίζονται με τοίχους που έχουν τοξωτά ανοίγματα και το μεσαίο είναι πολύ υπερυψωμένο με παράθυρα, σχηματίζοντας φωταγωγό, όπως σε όλες τις μεσοβυζαντινές βασιλικές της Καστοριάς. Επίσης χαρακτηριστική των μνημείων της πόλης είναι και η τοιχοποιία του ναού. Αποτελείται από πέτρες στο φυσικό τους σχήμα ή αδρά πελεκημένες, που περιβάλλονται από κονίαμα, πλαισιώνονται με πλίνθους οριζόντια ή κάθετα και εναλλάσσονται με πλίνθους που σχηματίζουν διακοσμητικά γράμματα ή γεωμετρικά σχήματα.

Στο εσωτερικό του ο ναός είναι ο μοναδικός της Καστοριάς που διέθετε πλούσιο μαρμάρινο γλυπτό διάκοσμο και εντυπωσιακό μαρμάρινο τέμπλο, από το οποίο σώζονται μόνο τμήματα. Ήταν κατάγραφος με τοιχογραφίες που διακρίνονται σε δύο περιόδους. Οι παλαιότερες ανάγονται στις αρχές του 11ου αιώνα και διατηρούνται αποσπασματικά στον νάρθηκα, όπου ξεχωρίζουν οι μορφές των αγίων Βασιλείου και Νικολάου, Κωνσταντίνου και Ελένης, καθώς και του «τεθνεώτος» Κωνσταντίνου. Οι τοιχογραφίες της δεύτερης περιόδου χρονολογούνται μεταξύ των ετών 1170-1180 και σε αυτές περιλαμβάνεται η απεικόνιση του κτήτορα Θεόδωρου Λημνιώτη, με τη σύζυγό του Άννα Ραδηνή και τον γιο τους Ιωάννη, με την Παναγία στη μέση. Στην ίδια περίοδο ανήκουν και οι λίγες τοιχογραφίες που διατηρούνται σήμερα στην πρόσοψη του ναού.

4. Παναγιά Φανερωμένη

Μονόχωρη, ξυλόστεγη βασιλική του 14ου αιώνα, η οποία, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, χρησίμευε ως καθολικό της μονής Κινστερνιωτίσης. Βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της πόλης και είναι κτισμένη πάνω σε βράχο, κοντά στις κατεστραμμένες πλέον κινστέρνες της βυζαντινής εποχής. Απλό κτίσμα, επιχρισμένο εξωτερικά, δεν μας δίνει τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε τη διακόσμηση της τοιχοποιοϊας του. Μόνο η αψίδα του ιερού μαρτυρεί μια ανάλογη προσπάθεια διακόσμησης με τα τυφλά αψιδώματα που φέρει στις τρεις πλευρές της. Εσωτερικά, διατηρεί τοιχογραφίες του δεύτερου μισού του 14ου αιώνα. Η ποιότητα της ζωγραφικής είναι πολύ καλή, είναι όμως ιδιαίτερα δύσκολη η μελέτη της, επειδή οι τοιχογραφίες είναι μαυρισμένες από την κάπνα.

5. Ταξιάρχες Αποζαρίου

Ο ναός βρίσκεται επί της οδού Χριστοπούλου, στη βόρεια πλευρά της πόλης, στη συνοικία Απόζαρι. Ανήκει στην ενορία Αγίου Λουκά μετά την τελευταία αναδιάταξη των ενοριών κατά τον τελευταίο αιώνα. Είναι τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα και υπερυψωμένο γυναικωνίτη. Εξωτερικά ο ναός, όπως οι περισσότεροι μεταβυζαντινοί ναοί της Καστοριάς, δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, είναι δε χτισμένος με κοινή λιθοδομή, χωρίς διακοσμητικά στοιχεία. Ο ναός ιδρύθηκε το 1622. Δυστυχώς ένα πολύ μικρός μέρος των τοιχογραφιών αυτής της εποχής έχει διασωθεί. Στον ανατολικό τοίχο σώζονται τμήματα παραστάσεων, εκ των οποίων διακρίνονται οι εξής: το όραμα του Αγίου Πέτρου της Αλεξάνδρειας και ολόσωμες μορφές αρχιερέων, εκ των οποίων αναγνωρίσιμη είναι μόνο εκείνη του Αγίου Ανδρέα του Κριτή.

6. Άγιος Νικόλαος Τζώτζα

Ο ρυθμός του μικρού ναού είναι μονόχωρη, ξυλόστεγη βασιλική. Πρόκειται για βυζαντινό ναό που στα χρόνια της τουρκικής κατοχής επεκτάθηκε το μέγεθός του προς τη νότια πλευρά, ενώ την ίδια περίοδο οικοδομήθηκε και ο νάρθηκας του μνημείου. Η τοιχοποιία του στα χαμηλά σημεία αποτελείται από λιθοδομή, ενώ απ’ τη μέση και πάνω χρησιμοποιούνται ωμοί πλίνθοι. Στη βόρεια πλευρά υπήρχε ανοιχτό χαγιάτι, το οποίο προστάτευε και τις εξωτερικές τοιχογραφίες, ίχνη των οποίων έχουν διασωθεί. Επιγραφικό υλικό στο εσωτερικό του μνημείου δεν υπάρχει. Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, οι Ιεράρχες και η Παναγία η Τιμιωτάτη των Ουρανών που βρίσκεται πάνω από το Ιερό, είναι κάποιες από τις τοιχογραφίες που σώζονται έως σήμερα σε καλή κατάσταση.

7. Εισόδια Θεοτόκου (Παναγία Τσιατσιαπά)

Μονόχωρη ξυλόστεγη βασιλική που καταλήγει ανατολικά σε ημικυκλική κόγχη. Βρίσκεται στην παραδοσιακή περιοχή Απόζαρι. Ναός κτισμένος πάνω σε βράχο με ακανόνιστους λίθους και λάσπη που ανήκει χρονικά σύμφωνα με επιγραφή που υπάρχει στην είσοδο του ναού, στις αρχές του 17ου αιώνα. Ο Ναός από την ίδρυσή του 66 ήταν μετόχι της Μονής Σινά γι’ αυτό και υπάρχει και σχετική εικονογραφία του όρους Σινά στον δυτικό τοίχο του νάρθηκα. Από την εσωτερική διακόσμηση του Ναού, σώζονται, η Παναγία η Πλατυτέρα στην κόγχη του Ιερού και στα δύο αετώματα η σκηνή της Ανάληψης και της Μεταμόρφωσης. Στον Νάρθηκα επίσης σώζεται εικονογραφικό πρόγραμμα με την παράσταση της Μέλλουσας Κρίσης καθώς και σειρά από μαρτύρια και μορφές ολόσωμων Αγίων.